English
© 2010 Νομική Βιβλιοθήκη

ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

pwc

pwc


twitter kathimerini



ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Δημοσιεύσεις

18/02/2010
Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ)

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ

Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (Ν 2696/1999 ΦΕΚ 57 Α΄/23.3.1999) ο οποίος ισχύει και εφαρμόζεται από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις με την διάταξη των άρθρων 42 του Ν 2963/2001 σχετικά με την χορήγηση των αδειών οδήγησης και με το άρθρο 43 του ιδίου νόμου σχετικά με την οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος, φαρμάκων ή τοξικών ουσιών. Επίσης υπέστη τροποποιήσεις με το άρθρο 15 παρ. 1 και 2 του Ν 3534/2007 (ΦΕΚ Α΄ 40/23.2.2007). Ήδη με τον Ν 3542/2007 (ΦΕΚ Α΄ 50/2.3.2007) «Τροποποιήσεις διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (κωδ. Ν 2696/99, ΦΕΚ Α΄ 57) επήλθαν πολλές τροποποιήσεις στην πλειονότητα των άρθρων του ΚΟΚ. Ο νέος αυτός νόμος στο άρθρο 97 αυτού, προβλέπει ότι θα ισχύσει 3 μήνες μετά τη δημοσίευσή του. Πολύ σημαντικό νομοθέτημα είναι επίσης το ΠΔ 19/1995 (ΦΕΚ Α΄ 15/31.1.1995) «Προσαρμογή της νομοθεσίας προς την Οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης, που υπέστη επίσης τροποποιήσεις με το άρθρο 15 παρ. 3, 4 και 5 του Ν 3534/2007. Με την ΑΥΔημΤαξΜετΕπικ 69/120/1105 (ΦΕΚ Β΄ 175/26.8.1999) ρυθμίζεται το Σύστημα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών Μηχανοκινήτων Οχημάτων (ΣΕΣΟ). Με την ΚΥΑ 41427/1962/2001 ΦΕΚ Β΄ 1573/2001 γίνεται εναρμόνιση με την οδηγία 2001/31/ΕΚ «για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της οδηγίας 70/387/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τις θύρες των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους» Νεότερα πολύ σημαντικά νομοθετήματα είναι τα εξής: ΥΑ 67754/8530/3.12.2002 (ΦΕΚ Β΄ 1510/3.12.2002 «Σύστημα ελέγχου συμπεριφοράς οδηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων (ΣΕΣΟ)», με το οποίο αναμορφώνεται το Σύνταγμα Ελέγχου Συμπεριφοράς Οδηγών αυτοκινήτων, μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων (ΣΕΣΟ). Επίσης σχετικά με τις μεθόδους διαπίστωσης χρήσης του οινοπνεύματος και λοιπών ουσιών από οδηγούς και όσους εμπλέκονται σε αυτοκινητικό ατύχημα οδήγηση έχει εκδοθεί η ΥΑ 43500/5691/2002 (ΦΕΚ Β΄ 1055/12.8.2002) «Μέθοδοι διαπίστωσης χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών και φαρμάκων από οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων, καθώς και από πεζούς που εμπλέκονται σε τροχαία ατυχήματα». Όσον αφορά τους εκπαιδευτές Υποψηφίων Οδηγών έχει εκδοθεί το ΠΔ 208/2002 (ΦΕΚ Α΄ 23.8.2002) «Εκπαιδευτές Υποψηφίων Οδηγών, Σχολές Οδηγών, Κέντρα Θεωρητικής Εκπαίδευσης, Υποψηφίων Οδηγών και ρυθμίσεις συναφών θεμάτων». Άλλα σημαντικά νομοθετήματα σχετικά με τον ΚΟΚ, είναι τα εξής: ΥΑ 51835/6654/2002 (ΦΕΚ Β΄ 1238/23.9.2002) «Τρόπος, διαδικασία και πιστοποίηση του τεχνικού ελέγχου των οχημάτων από τα ιδιωτικά ΚΤΕΟ. ΥΑ 36927/4751/ 2002 (ΦΕΚ Β΄ 847/8.7.2002) «Όροι και προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών ίδρυσης και λειτουργίας ιδιωτικών Κέντρων Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (Ι.Κ.Τ.Ε.Ο.). ΥΑ 58860/2751/2003 (ΦΕΚ Β΄ 117/5.2.2003) «Συμμόρφωση προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2002/1978 ΕΚ της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2003, για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο της Οδηγίας 71/320/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν στην πέδηση ορισμένων κατηγοριών οχημάτων με κινητήρα και των ρυμουλκουμένων τους». Απόφ. Α.33824/2683/2004 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις των οδηγιών 1999/37/ΕΚ του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 1999 και 2003/127 ΕΚ της Επιτροπής της 23ης Δεκεμβρίου 2003 που τροποποιεί την οδηγία 1999/37/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με τα έγγραφα κυκλοφορίας οχημάτων. ΠΔ 99/2004 «Τροποποίηση του πδ 19/1995 «Προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την οδηγία 91/439/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 29ης Ιουλίου 1991, για την άδεια οδήγησης» (ΦΕΚ Α΄ 15) ως έχει τροποποιηθεί και ισχύει». Απόφ. 7016/6/127/2004 «Καθορισμός του τύπου και του περιεχομένου της πράξης βεβαίωσης των παραβάσεων που προβλέπονται από το Ν 2696/1999 «Κύρωση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας» (ΦΕΚ Α΄ 57) και από την περί αυτοκινήτων νομοθεσία». ΚΥΑ 45881/2004 «Καθορισμός διαδικασίας είσπραξης προστίμων από παραβάσεις του Κώδικα Κυκλοφορίας και απόδοσής τους στους δικαιούχους Δήμου και Κοινότητες». Απόφ. 1485/2004 «Περί εφοδιασμού με ζώνες ασφαλείας και σχολικών λεωφορείων». Απόφ. Α-ΟΙΚ 51870/4503/2004 «Συμπλήρωση διατάξεων της υπ’ αριθ. ΣΤ/31333/1977 (ΦΕΚ Β΄ 3) απόφασης του Υπ. Συγκοινωνιών «περί εφοδιασμού δια ζωνών ασφαλείας αυτοκινήτων που μεταφέρουν μαθητές και νήπια».

1. Οδήγηση σε ισόπεδο κόμβο

1. – Κατά το άρθρο 26 παρ.4 και 5 ΚΟΚ στους ισόπεδους κόμβους, που κατά το άρθρο 2 παρ.1 του ίδιου Κώδικα αποτελεί κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές, όταν δεν υπάρχει σήμανση, η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά.Εξαίρεση αναγνωρίζεται μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στην παραπάνω διάταξη, ήτοι: α) σ' αυτούς που κυκλοφορούν σε αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς ή οδούς ταχείας κυκλοφορίας και β)στα σιδηροδρομικά και τροχιοδρομικά οχήματα, οι οποίοι έχουν σε κάθε περίπτωση προτεραιότητα, γ) όσοι εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδια ιδιοκτησία, χώρους σταθμεύσεως και σταθμούς ανεφοδιασμού, οι οποίοι οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό και δ) όσοι εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οι οποίοι οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα. ΕφΙωαν 325/2007 Αρμ 2008,1665 (παρατ. Α.Ν.Α.Λ.), ΑΠ 630/2007 ΕΣυγκΔ 2008,426.

2. – ...Στην παραπάνω εξαίρεση δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση κατά την οποία, σε ισόπεδο οδικό κόμβο, μια οδός τέμνει κάθετα άλλη σε σχήμα «Τ», ήτοι καταλήγει σ' αυτήν, χωρίς να συνεχίζεται, διότι ούτε ρητά αναφέρεται στο νόμο η περίπτωση αυτή, ούτε μπορεί να ενταχθεί στην εξαίρεση με αναλογική εφαρμογή. Είναι δε διάφορο το γεγονός, ότι ο οδηγός που κινείται στην τέμνουσα οδό, είναι υποχρεωμένος, βάσει των διατάξεων των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 3 και 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, να έχει τον έλεγχο του οχήματός του, να ρυθμίζει την ταχύτητά του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν, να την μειώνει πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, να βεβαιώνεται, αν πρόκειται να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιεί τους δείκτες κατευθύνσεως, για να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού και να χρησιμοποιεί τους δείκτες κατευθύνσεως για να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του να αλλάξει διεύθυνση προς τα αριστερά ή δεξιά, κατά περίπτωση. Επομένως, σε ισόπεδο κόμβο, ο οποίος έχει σχήμα «Τ», αυτός που κινείται στην τέμνουσα οδό έχει προτεραιότητα έναντι αυτών που κινούνται από τα αριστερά του, έστω και αν η οδός στην οποία αυτοί βαίνουν είναι κύρια οδός οχημάτων (ΑΠ 1044/2005 ΤΠΝ-Νόμος). ΕφΙωαν 325/2007 Αρμ 2008,1665 (παρατ. Α.Ν.Α.Λ.), ΑΠ 630/2007 ΕΣυγκΔ 2008,426.

3. – ... Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ.1 του ΚΟΚ «οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή» και κατά το άρθρο 16 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, «στο οδικό δίκτυο της χώρας ισχύει η δεξιά κατεύθυνση κυκλοφορίας. Ο οδηγός κάθε οχήματος υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 17 παρ. 6 του Κώδικα, να οδηγεί το όχημά του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος και αν ακόμη ολόκληρο το οδόστρωμα είναι ελεύθερο. ΕφΙωαν 325/2007 Αρμ 2008,1665 (παρατ. Α.Ν.Α.Λ.).

4. – ... Τέλος, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΚΟΚ «ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα, που έχουν προτεραιότητα». ΕφΙωαν 325/2007 Αρμ 2008,1665 (παρατ. Α.Ν.Α.Λ.).

5. – ... Εν όψει των διατάξεων αυτών, μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να κριθεί συνυπαίτιος τροχαίου ατυχήματος και ο οδηγός, ο οποίος, πλησιάζοντας σε ισόπεδο οδικό κόμβο, αν και είχε προτεραιότητα, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, δεν οδηγούσε το όχημά του με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ρυθμίζοντας την ταχύτητά του, ώστε να αποφύγει τυχόν ατύχημα επί του κόμβου (ΑΠ 1658/2002 ΕλλΔνη 44,1559). ΕφΙωαν 325/2007 Αρμ 2008,1665 (παρατ. Α.Ν.Α.Λ.).

6. – Η υπαιτιότητα περί την πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών βαρύνει αποκλειστικά τον οδηγό του μοτοποδηλάτου, ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις. Η αμέλεια αυτού συνίσταται ειδικότερα στο ότι α) δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή ώστε να μην προκαλεί με την συμπεριφορά του παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες της οδού β) δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του ενόψει και του ότι πλησίαζε σε ισόπεδο κόμβο για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα και γ) δεν ακινητοποίησε το όχημά του πριν από τον ισόπεδο κόμβο προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα επί της επαρχιακής οδού οχήματα, όπως όφειλε να κάνει ενόψει της πινακίδας ΣΤΟΠ που υπήρχε στην πορεία του αλλά εισήλθε στον άνω οδικό κόμβο χωρίς έλεγχο με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας με σοβαρές συνέπειες, αν και είχε δυνατότητα επαρκούς ορατότητας στο σημείο εκείνο της εξόδου του από την πάροδο προς την πλευρά της οδού από όπου ερχόταν η μοτοσυκλέτα, ενεργώντας έτσι αντίθετα με όσα ορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 4 παρ. 3, 20 παρ. 1, 4 ΚΟΚ.ΕφΑθ 4998/2006 ΕΣυγκΔ 2008,457.

7. – Το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα του οδηγού του ΔΧ λεωφορείου, ο οποίος από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που ως μέσος συνετός οδηγός όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 26 παρ. 1 και 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ.3 ΚΟΚ και συγκεκριμένα διότι οδηγώντας το όχημά του, όταν προσέγγισε σε διασταύρωση οδών, δεν κατέβαλε ιδιαίτερη προσοχή να μην προκαλέσει κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας και δεν διέκοψε την πορεία του οχήματός του, προκειμένου να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που κινούνταν στην Εθνική οδό στην οποία προτίθετο να εισέλθει ενόψει της ρυθμιστικής πινακίδας υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2, STOP), αλλά μολονότι αντιλήφθηκε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα του ενάγοντος που πλησίαζε, υπολογίζοντας εσφαλμένα ότι το όχημά του πρόφταινε να διασχίσει τη διασταύρωση πριν από την είσοδο της μοτοσυκλέτας σε αυτήν, εισήλθε στη διασταύρωση και άρχισε να διασχίζει το οδόστρωμα αυτής, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας του ενάγοντος, η οποία προσέκρουσε με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα αυτής στο οπίσθιο τμήμα της αριστερής πλευράς του λεωφορείου και αφού ανατράπηκε, διήλθε επ' αυτής με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του ενάγοντος.ΜΠρΗρακλ 314/2007 ΕΣυγκΔ 2008,471.

8. – Η σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η αμέλεια του οποίου συνίσταται στο ότι αυτός κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, όπως ο κάθε μέσος και συνετός οδηγός κάτω από τις ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα αυτός κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 παρ. 5 του ΚΟΚ δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, παρότι δε πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και ήθελε να διασχίσει κάθετα την οδό... δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του για να διέλθουν τα οχήματα που είχαν προτεραιότητα και συγκεκριμένα η δίκυκλη μοτοσικλέτα που είχε προτεραιότητα ως εκ δεξιών του κινούμενη, ελλείψει ειδικής σήμανσης, αλλά έχοντας αναπτύξει ταχύτητα οπωσδήποτε μεγαλύτερη από την ανώτατη επιτρεπόμενη των 50 χλμ/ώρα συνέχισε την πορεία του για να περάσει τη διασταύρωση, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην κανονική πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας και να επιπέσει πάνω σ' αυτό με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο τμήμα της η δίκυκλη μοτοσικλέτα. ΑΠ 1783/2008 ΕΣυγκΔ 2008,557.

9. – Το επίδικο ατύχημα και ο συνεπεία αυτού σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος, οφείλεται στην υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΦ, ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή και την επιμέλεια που θα κατέβαλε κάθε συνετός οδηγός υπό ανάλογες περιστάσεις. Ειδικότερα, οδηγώντας το προαναφερόμενο ΙΧΦ αυτοκίνητο και πλησιάζοντας σε οδικό κόμβο κατά προφανή παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 5, 19 παρ. 1, 2 και 3, 21 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και επιπροσθέτως δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να δύναται σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, δεν μείωσε την ταχύτητά του ενώ κινούνταν επί κατωφέρειας και ενώ πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο και σε φωτεινό σηματοδότη, επιχείρησε σε δεξιά στροφή προσπέραση του μοτοποδηλάτου χωρίς να κάνει χρήση των δεικτών κατευθύνσεως και χωρίς να αφήσει αρκετό χώρο παραπλεύρως όπως ήταν υποχρεωμένος, με αποτέλεσμα την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος και τον βαρύτατο τραυματισμό του ενάγοντα. ΜΠρΞάνθ 136/2006 ΕΣυγκΔ 2008,602.

2. Σιδηροδρομικές διαβάσεις

10. – Η συνυπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου στην επέλευση του ατυχήματος συνίσταται στο ότι αυτός, αμελώς και ασυνέτως συμπεριφερόμενος επεχείρησε να διέλθει με αυτό την αφύλακτη, μη σημαινόμενη με φωτεινούς ή ηχητικούς σηματοδότες και χωρίς κινητά φράγματα ισόπεδο σιδηροδρομική διάβαση, χωρίς προηγουμένως, όπως όφειλε, συμφώνως προς την τότε ισχύουσα διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 εδ. β΄ του ΚΟΚ και εν όψει των υπαρχουσών στην πορεία του πινακίδων Ρ-2 (υποχρεωτικής διακοπής της πορείας-STOP) και Κ-36 (κίνδυνος λόγω αμέσου γειτονίας ισόπεδης σιδηροδρομικής διαβάσεως χωρίς κινητά φράγματα διπλής ή πολλαπλής σιδηροδρομικής γραμμής) και μπορούσε ως μέσος συνετός οδηγός, να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του και να ελέγξει και να βεβαιωθεί ότι δεν πλησιάζει από τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, στην ισόπεδη αυτή διάβαση αμαξοστοιχία, να της παραχωρήσει την προτεραιότητα κινήσεως, που αυτή είχε. Αντίθετα συνέχισε ανελέγκτως την πορεία του, με συνέπεια να μην αντιληφθεί την ευρισκόμενη σε εγγύτατη απόσταση και επερχόμενη με τεθειμένη σε λειτουργία την ηχητική προειδοποιητική συσκευή της ως άνω αμαξοστοιχία, να παρεμβληθεί στην πορεία της και έτσι να επέλθει η σύγκρουση και τα εξ αυτής αποτελέσματα, τα οποία ο θανατωθείς οδηγός του αυτοκινήτου δεν προέβλεψε. ΕφΝαυπλ 338/2007 ΕλλΔνη 2008,535.

11. – ... Των δε αρμοδίων και υπ' αυτής προστηθέντων οργάνων της εναγομένης η συνυπαιτιότητα συνίσταται στο ότι ενώ έπρεπε να έχουν τοποθετήσει στην ανωτέρω ισόπεδη διάβαση αυτόματα συστήματα προειδοποιήσεως διελεύσεως αμαξοστοιχίας και δη φωτεινούς και ηχητικούς σηματοδότες ή κινητά φράγματα, με τα οποία να εμποδίζεται η διέλευση αυτοκινήτων, λόγω της επικινδυνότητάς της και της συχνής χρησιμοποιήσεώς της από κατοίκους και μη των περιοχών που εξυπηρετούσε η ανωτέρω οδός, όπως όφειλαν και μπορούσαν να πράξουν, εν τούτοις αμελώς και ασυνδέτως συμπεριφερόμενοι παρέλειψαν την ανωτέρω ενέργειά τους, με συνέπεια να επέλθει το ανωτέρω αποτέλεσμα, το οποίο και δεν προέβλεψαν. ΕφΝαυπλ 338/2007 ΕλλΔνη 2008,535.

12. – ... Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται ότι βαρύνει υπαιτιότητα ως προς την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος τον μηχανοδηγό της ανωτέρω αμαξοστοιχίας, αφού αυτός κινούσε την αμαξοστοιχία με μικρότερη της επιτρεπομένης στο ανωτέρω σημείο ταχύτητα και επίσης πλησιάζοντας προς την εν λόγω ισόπεδη διάαση επανειλημμένως έθεσε σε λειτουργία το σχετικό προειδοποιητικό ηχητικό σύστημα αυτής. Ενόψει τούτων και επί πλέον ενόψει του είδους του οχήματος αυτού που εχειρίζετο, της επιβαλλομένης από τον Γενικό Κανονισμό Κινήσεως της εναγομένης σε τακτή ώρα αφίξεως και αναχωρήσεως των συρμών από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και της κινήσεως αυτών με ορισμένη και σταθερή ταχύτητα, ώστε έτσι να εξασφαλίζεται η ασφαλής κίνηση αυτών επί των σιδηρογραμμών και να αποφεύγονται συγκρούσεις και καθυστερήσεις, πρόδηλο είναι ότι ο ανωτέρω μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας αυτής ενήργησε κατά το χειρισμό της ως όφειλε να ενεργήσει ο μέσος συνετός μηχανοδηγός τέτοιου είδους αμαξοστοιχίας, όπως η ανωτέρω και δεν μπορούσε να προβλέψει την ανωτέρω αμελή συμπεριφορά του οδηγού του προαναφερθέντος αυτοκινήτου. ΕφΝαυπλ 338/2007 ΕλλΔνη 2008,535.

3. Οδήγηση υπό την επίδραση οινοπνεύματος

13. – Από τη διάταξη του άρθρου 25 περ.8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ ορίζεται ότι αποκλείονται της ασφαλίσεως ζημίες προξενούμενες: 1) καθ' όν χρόνο ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ (Ν 614/1977). Με βάση δε το άρθρο 42 παρ.5 του άνω νόμου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 13382 φ. 705.11/4δ της 25/26 Νοεμβρίου 1977 (ΦΕΚ Β΄1266) κοινή απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημοσίας Τάξεως, η οποία ορίζει ότι η μεγίστη επιτρεπομένη συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα πέραν της οποίας το άτομο υπέχει ευθύνη είναι 0,50%ο. Από της ποσότητος αυτής και πέραν και μέχρι των 0,80%ο δέον να απαγγέλλεται κατηγορία, εφόσον και εξ άλλων συμπτώσεων (κατάστασις, τρόπος οδηγήσεως κ.λπ.) εξάγονται συμπεράσματα υπάρξεως μέθης. Από 0,80%ο υφίσταται πλήρης απόδειξη. Στη συνέχεια εκδόθηκε ο Ν 2094/1992, ο οποίος και αυτός καταργήθηκε από το Ν 2696/1999, ο οποίος προέβλεπε ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος σε οδηγό, ο οποίος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Θεωρείται ότι ο ελεγχόμενος οδηγός ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος. ΕφΑθ 444/2007 ΕλλΔνη 2008,534.

14. – ... Το προαναφερόμενο όμως άρθρο 42 του Ν 2696/1999 αντικαταστάθηκε εξ ολοκλήρου από το άρθρο 43 του νέου Ν 2936/2001, ο οποίος προβλέπει ότι απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος, βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Με κοινές δε αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών, μπορεί να ορισθεί και μικρότερο ποσοστό από το αναφερόμενο στο προηγούμενο εδάφιο, να καθοριστούν ειδικές κατηγορίες οδηγών με μικρότερα ποσοστά, προσαρμοζομένων αναλόγως και των ορίων της παραγράφου, που ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού και να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. ΕφΑθ 444/2007 ΕλλΔνη 2008,534.

15. – ... Σύμφωνα δε με την προαναφερόμενη διάταξη, ο οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται στην κατάσταση της μέθης, όταν το ποσοστό του οινοπνεύματος, που ανιχνεύτηκε στο αίμα του υπερβαίνει τα 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή τα 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου. Στην περίπτωση δε αυτή δεν επιτρέπεται αποδυνάμωση του άνω αποτελέσματος της εξετάσεως με ανταπόδειξη. Δηλαδή δεν λαμβάνονται υπόψη η ατομική ικανότητα προς οδήγηση του συγκεκριμένου οδηγού και η ανεκτικότητα στο οινόπνευμα. ΕφΑθ 444/2007 ΕλλΔνη 2008,534.

16. – Από τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1 και 5 του Ν 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 παρ. 2 του Ν 2963/2001 και την με αριθμό αριθμό 13382.Φ.705.11/4δ/1977 απόφαση των Υπουργών Συγκοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την με αριθμό 13300.Φ.105.11/4ξθ/1985 απόφαση των ίδιων υπουργών, καθορίζεται ο τρόπος εξακριβώσεως της χρήσης οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών από οδηγούς κατά την οδήγηση των οχημάτων. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η δια της μεθόδου της αιμοληψίας ανίχνευση στον οργανισμό οδηγού, οινοπνεύματος σε ποσοστό που υπερβαίνει τα 0,5 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος αποτελεί κατά πρόβλεψη του νόμου πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη, ότι ο οδηγός αυτός βρίσκεται σε κατάσταση μέθης και είναι απολύτως ανίκανος προς οδήγηση. ΑΠ 1234/2005 ΕλλΔνη 2008,738.

17. – Το τραγικό δυστύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ, ο οποίος δεν επέδειξε την προσοχή που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει λόγω του ότι δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ενώ στερούνταν ισχύουσας ελληνικής άδειας οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας, κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα, αλλά και υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού βρέθηκε στο αίμα του 1,36%ο καρά λίτρο αίματος, χωρίς να ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του (άρθρα 16 παρ. 4, 19 παρ. 3, 20 παρ. 1, 42 παρ. 1, 7γ, 10, 94 παρ. 3, 5, 7 ΚΟΚ). ΜΠρΑλεξανδρ 160/2006 ΕΣυγκΔ 2008,253.

4. Στάθμευση σε αυτοκινητόδρομο

18. – Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. ιβ΄ του ΚΟΚ (Ν 2696/1999), η στάση ή στάθμευση οχήματος απαγορεύεται στους αυτοκινητοδρόμους και τις οδούς ταχείας κυκλοφορίας, εκτός των χώρων σταθμεύσεως, που καθορίζονται με σήμανση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, εάν όχημα ακινητοποιηθεί αναγκαστικά επί του οδοστρώματος των ανωτέρω οδών από βλάβη ή άλλη αιτία, ο οδηγός του υποχρεούται να καταβάλει κάθε προσπάθεια να το μετακινήσει εκτός του οδοστρώματος και αν δεν μπορεί, να τοποθετήσει αμέσως την κατ’ άρθρο 81 του παρόντος Κώδικα τριγωνική πινακίδα σε απόσταση 100 τουλάχιστον μέτρων πίσω από το όχημα ή την ειδική προειδοποιητική συσκευή σε κατάλληλη θέση και κατά τη νύχτα να έχει αναμμένα τα φώτα θέσεως. ΑΠ 828/2007 ΕΣυγκΔ 2008,313, ΕλλΔνη 2008,417.

19. – ... Ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας νοείται, κατά το άρθρο 2 του ΚΟΚ οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και μοτοσυκλετών, η οποία δεν εξυπηρετεί τις συνορεύουσες με αυτή ιδιοκτησίες, παρά μόνο, όσον αφορά την οδό ταχείας κυκλοφορίας, με παράπλευρες βοηθητικές οδούς και κόμβους και η οποία, εκτός των άλλων, έχει χαρακτηριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και έχει ειδική σήμανση με πινακίδες ως αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας. ΑΠ 828/2007 ΕΣυγκΔ 2008,313.

20. – ... Το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 περ. ιβ΄ και 29 παρ. 3 ΚΟΚ εφαρμόζοντας αυτές, ενώ με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, εστίασε την υπαιτιότητα του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου για την πρόκληση του ατυχήματος και τον εντεύθεν θάνατο του οδηγού της μοτοσυκλέτας στην παραβίαση των επιβαλλόμενων με τις ανωτέρω διατάξεις στους οδηγούς των κινούμενων επί αυτοκινητοδρόμων ή ταχείας κυκλοφορίας οδών οχημάτων υποχρεώσεων, χωρίς να δέχεται ότι η οδός, στην οποία εκείνος ακινητοποίησε το αυτοκίνητό του και έλαβε χώρα το ατύχημα, ήταν αυτοκινητόδρομος ή οδός ταχείας κυκλοφορίας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ΚΟΚ. ΑΠ 828/2007 ΕΣυγκΔ 2008,313.

5. Αποκλειστική υπαιτιότητα - Συνυπαιτιότητα

21. – Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 767/2007, 1961/2006 αδημ., ΕφΛαρ 188/2005 Δικογρ 2005,507). ΕφΠατρ 67/2008 Αρμ 208,1204, ΑΠ 1355/2008 ΕφΑΔ 2008,1199, ΑΠ 828/2007 ΕΣυγκΔ 2008,313.

22. – Αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος και των εντεύθεν συνεπειών του είναι ο υπέργηρος, ηλικίας ήδη 84 ετών, ο οποίος οδηγούσε χωρίς σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, αντί δε να κινηθεί επί του οδοστρώματος εκτράπηκε της πορείας του, εισήλθε στο χωμάτινο έρεισμα και επέπεσε επί των οδηγών των ποδηλάτων (άρθρο 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 16 παρ. 1 ΚΟΚ), οι οποίοι εκινούντο κανονικώς επί του βατού αυτού ερείσματος όπως είχαν υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.2 ΚΟΚ. ΕφΑθ 2896/2008 ΕΣυγκΔ 2008,144.

23. – ... Αντίθετα δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι βαρύνει τον θανόντα οποιαδήποτε ευθύνη ως προς την επίδικη σύγκρουση. Ο ισχυρισμός εξάλλου ότι ο θανών συντέλεσε κατά ποσοστό 90% στην επέλευση του θανάτου του, διότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Άλλωστε σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά το χρόνο του ατυχήματος κώδικα οδικής κυκλοφορίας, υποχρέωση να φέρουν κράνος είχαν μόνο οι οδηγοί μοτοσυκλετών και όχι ποδηλάτων, όπως εν προκειμένω ο θανών. ΕφΑθ 2896/2008 ΕΣυγκΔ 2008,144.

24. – Αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, ο οποίος παρά το ότι στο συγκεκριμένο σημείο της εθνικής οδού, όπου συνέβη το ατύχημα,απαγορευόταν η αριστερή στροφή και η είσοδος σε παρακείμενο αγροτικό δρόμο, η απαγόρευση δε αυτή επισημαίνετο με ειδική πινακίδα Ρ-27 και το γνώριζε αυτός, παρά ταύτα αυτός και έχοντας αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή προς Αθήνα, επιχείρησε να διασχίσει και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας για να εισέλθει στον αγροτικό δρόμο. Επιπλέον ο ως άνω οδηγός, παρά την υπάρχουσα απαγορευτική πινακίδα και αποφασισμένος να εισέλθει στον αγροτικό δρόμο, δεν ήλεγξε διαδοχικά και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, όπως έπρεπε, δηλαδή ευρισκόμενος δεξιά του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του προς Αθήνα, έπρεπε κατ’ αρχήν να ελέγξει το ρεύμα αυτό και στη συνέχεια με αναμμένο τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης του οχήματός του να κατευθυνθεί προοδευτικά και με προσοχή προς τον άξονα του οδοστρώματος και στη συνέχεια να ελέγξει και πάλι προσεκτικά το ρεύμα πορείας των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων και αφού βεβαιωθεί ότι το ρεύμα είναι παντελώς ελεύθερο να κινηθεί προς τον αγροτικό δρόμο. ΕφΑθ 7271/2006 ΕΣυγκΔ 2008,191.

25. – ... Όμως, αυτός, κατά παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας και όπως ο ίδιος δέχεται, ευρισκόμενος δεξιά και εκτός οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του και γνωρίζοντας ότι οδηγεί όχημα βραδυπορούν (γεωργικό ελκυστήρα), αφού ήλεγξε συγχρόνως και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τον δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης, εισήλθε στην εθνική οδό καθέτως εντελώς απερίσκεπτα, ενώ θα έπρεπε, οπωσδήποτε να λάβει υπόψη του ότι ναι μεν κατ’ εκείνη τη στιγμή δεν εκινούντο οχήματα και επί των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, πλην όμως, λόγω του ότι εκινείτο σε εθνική οδό ήταν βέβαιη η άμεση εμφάνιση οχημάτων και στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας και ότι ο ίδιος, με το βραδυπορούν όχημά του, το οποίο μάλιστα έφερε και ρυμουλκούμενο, θα προκαλούσε ατύχημα, όπως και τελικώς συνέβη. ΕφΑθ 7271/2006 ΕΣυγκΔ 2008,191.

26. – Κυρίως υπαίτιος για την πρόκληση της σύγκρουσης και του εξ αυτής τραυματισμού του οδηγού της μοτοσυκλέτας είναι ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, ο οποίος λόγω της ελλείψεως προσήκουσας επιμέλειας και προσοχής την οποία όφειλε και μπορούσε εύκολα να καταβάλει, ενήργησε αλλαγή κατευθύνσεως προς τα αριστερά, για να εισέλθει ανεπίτρεπτα στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κινήθηκε καθέτως επί του οδοστρώματος, χωρίς προηγούμενο έλεγχο και χωρίς καμιά προειδοποίηση και παρά το γεγονός ότι υπήρχε διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, ευρισκόμενος μάλιστα υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθόσον, όπως διαπιστώθηκε από την εξέταση του αίματός του, το ποσοστό αλκοόλης στο αίμα του ήταν 0,59 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ποσοστό το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση λόγω της ηλικίας των 70 ετών, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας. μείωσε αρκετά την αντίληψή του, καθώς και τον τρόπο αντιδράσεώς του, ενεργώντας συνεπώς κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 8, 12 παρ. 1, 21 παρ. 1, 2, 23 παρ. 1, 2, 42 και 78 ΚΟΚ. ΕφΛαμ 249/2007 ΕΣυγκΔ 2008,326.

27. – ... Συνυπαίτιος όμως του ατυχήματος είναι και ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος λόγω του ότι δεν οδηγούσε έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του και χωρίς να ασκεί τον επιβαλλόμενο έλεγχο και εποπτεία του, ώστε να μπορεί οποτεδήποτε να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς αλλά και της απειρίας και της ανεπιτηδειότητάς του περί την οδήγηση, καθόσον όπως προαναφέρθηκε εστερείτο της κατά νόμο απαιτούμενης άδειας ικανότητας οδηγού, όπως τούτο συνομολογείται από αυτόν, έχοντας μάλιστα αναπτύξει αυξημένη για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα 81 χιλιομέτρων την ώρα, αν και πριν από το σημείο της συγκρούσεως υπήρχε διασταύρωση και διάβαση πεζών, σημαινόμενες πινακίδες Κ-28δ και Κ-15, που επέβαλαν τη μείωση της ταχύτητας αλλά και πινακίδα Ρ-32 που καθόριζε ανώτατο όριο ταχύτητας 50 χιλιομέτρων την ώρα (άρθρα 94, 19 παρ. 1, 2, 3 ΚΟΚ), αν και αντελήφθη τον αντικανονικό προς τα αριστερά ελιγμό του προπορευόμενου γεωργικού ελκυστήρα από ικανή απόσταση, δεν κατάφερε να ακινητοποιήσει το όχημά του, αν και τροχοπέδησε επί 40,05 μ. Ακόμη, λόγω της προαναφερόμενης αμελούς συμπεριφοράς του, δεν προέβη στον πλέον ενδεδειγμένο αποφευκτικό ελιγμό για την αποφυγή της συγκρούσεως που ήταν ο ελιγμός προς τα δεξιά. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθορίζεται για τον οδηγό του γεωργικού ελκυστήρα σε ποσοστό 70% και για τον ενάγοντα σε 30%. ΕφΛαμ 249/2007 ΕΣυγκΔ 2008,326.

28. – Η σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της οδηγού, η οποία οδηγώντας υπό την επίδραση αλκοόλ, το ΙΧΕ αυτοκίνητό της, από αμέλεια και ειδικότερα έλλειψη της προσοχής, την οποία ώφειλε και είχε τη δυνατότητα να επιδείξει, κινούμενη με αυτό πίσω από το αυτοκίνητο του ενάγοντα, επέπεσε στο πίσω μέρος αυτού και του προξένησε εκτεταμένες υλικές ζημιές (άρθρο 12 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΟΚ). ΕιρΑθ 5524/2007 ΕΣυγκΔ 2008,202.

29. – Το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος έβαινε με υπερβολική ταχύτητα τη Λεωφόρο και ο οποίος από υπαιτιότητά του και έλλειψη της επιμέλειας την οποία έπρεπε να καταβάλει ως συνετός οδηγός, δεν οδηγούσε με διαρκώς τεταμένη την προσοχή του ούτε ασκούσε τον έλεγχο που επιβάλλεται προς αποφυγή ατυχήματος, έτσι όταν πλησίαζε τη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό..., παραβίασε βαίνοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα τον ερυθρό για την πορεία του φωτεινό σηματοδότη με αποτέλεσμα να παρασύρει και να τραυματίσει θανάσιμα την πεζή, που εκείνη τη στιγμή με άλλη πεζή διέσχιζε κάθετα το οδόστρωμα της καθόδου της Λεωφόρου από αριστερά προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του οδηγού της μοτοσυκλέτας, κανονικά επί της διαγραμμισμένης διαβάσεως πεζών και σύμφωνα με τον πράσινο σηματοδότη για τους πεζούς. Ο αποκλειστικά υπαίτιος οδηγός της μοτοσυκλέτας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 ΚΟΚ. ΜΠρΑθ 5165/2007 ΕΣυγκΔ 2008,406.

30. – Η σύγκρουση των οχημάτων οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, η οποία προσδιορίζεται στο ότι οδηγούσε το όχημά του χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και παραβιάζοντας τη συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, κατέλαβε ανεπίτρεπτα μέρος του οδοστρώματος που προοριζόταν για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, χωρίς να προβλέψει, όπως όφειλε και μπορούσε, με την καταβολή της επιμέλειας και προσοχής του μέσου συνετού και ευσυνείδητου οδηγού, το ενδεχόμενο προκλήσεως ατυχήματος. ΕφΚερκ 282/2007 ΕΣυγκΔ 2008,385.

31. – ... Αντίθετα στην επέλευση της επίδικης σύγκρουσης δεν συνετέλεσε πταίσμα του οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου, ο οποίος εκινείτο στο ρεύμα πορείας του, ενώ το αιφνίδιο της εισόδου του άλλου αυτοκινήτου στο ρεύμα πορείας του και η μη χρησιμοποίηση του αριστερού δείκτη κατεύθυνσης από τον οδηγό του κατέστησαν αδύνατο κάθε αποφευκτικό ελιγμό. Εξάλλουτο γεγονός ότι ο οδηγός του δίκυκλου μοτοποδηλάτου δεν εκινείτο στο άκρο αριστερό της οδού, όπως είχε υποχρέωση, δεν μπορεί να στηρίξει συνυπαιτιότητά του, διότι η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Ν 2696/99 (ΚΟΚ) έχει θεσπισθεί για να διευκολύνει την κίνηση των οχημάτων που ακολουθούν το ίδιο ρεύμα πορείας και όχι για την αποφυγή συγκρούσεως, εφόσον ο οδηγός, ο οποίος κινείται στο προορισμένο γι’ αυτόν ρεύμα κυκλοφορίας, δεν είναι υποχρεωμένος να θεωρήσει έστω και ως πιθανή την τόσο αντικανονική κίνηση εκείνου που οδηγεί το αυτοκίνητό του στο αντίθετο ρεύμα πορείας. Επομένως η εν λόγω παράβαση του οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου δεν αποτέλεσε την αιτία του ατυχήματος, διότι το μοτοποδήλατο άφηνε 2,20 μέτρα περίπου από τον άξονα της οδού. Η κατάληψη του τμήματος αυτού του οδοστρώματος από τον οδηγό του αυτοκινήτου, που ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν μπορούσε να προβλέψει, αποτέλεσε τη μόνη ενεργό αιτία του τροχαίου ατυχήματος. ΕφΚερκ 282/2007 ΕΣυγκΔ 2008,385.

32. – Αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης είναι ο οδηγός του ΙΧΕ, ο οποίος δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ώστε να είναι σε θέση ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και εκινείτο με ταχύτητα ανωτέρα της επιτρεπομένης στο σημείο εκείνο, των 50 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας(άρθρα 12 εδ. α, 16 παρ. 4, 8α και 20 παρ. 1 Ν 2696/1999), αιφνιδιάζοντας την οδηγό του μοτοποδηλάτου, στην οποία δεν επέτρεψε να κάνει οποιοδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, λόγω της όλης απρόβλεπτης και αντικανονικής του κίνησης. ΕφΘρακ 497/2006 ΕΣυγκΔ 2008,508.

33. – Το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΦ αυτοκινήτου (ρυμουλκού με ρυμουλκούμενο-επικαθήμενο), ο οποίος δεν κατέβαλε την προσοχή που υπό τις συνθήκες και τις περιστάσεις αυτές θα κατέβαλε ο μετρίως συνετός οδηγός και ειδικότερα στο ότι δεν ήλεγξε, όταν ξεκινούσε από την προ του φωτεινού σηματοδότη θέση του αυτοκινήτου, το χώρο μπροστά από το αυτοκίνητο, καίτοι μπορούσε και είχε προς τούτο υποχρέωση για την αποφυγή ατυχήματος, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί το εν στάσει ευρισκόμενο μπροστά απ’ αυτό ποδήλατο και την ποδηλάτισσα και να τους παρασύρει αρχικά προς τα εμπρός και αριστερά σε απόσταση 5-6 μέτρων, να περάσει, στη συνέχεια και την προς τα δεξιά στροφή με το εμπρόσθιο μέρος του ρυμουλκού από πάνω τους και να τραυματίσει θανάσιμα την ποδηλάτισσα. ΕφΑθ 8410/2007 ΕΣυγκΔ 2008,523.

34. – ... Η τελευταία δεν ευθύνεται με συνυπαιτιότητα διότι δεν φορούσε κράνος, διότι τέτοια υποχρέωση δεν προβλέπεται για τους οδηγούς ποδηλάτων από τον ΚΟΚ. Σε κάθε περίπτωση, η έλλειψη κράνους δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τον θάνατό της, αφού αυτός, δεν θα είχε αποφευχθεί ακόμη και αν φορούσε κράνος. ΕφΑθ 8410/2007 ΕΣυγκΔ 2008,523.

35. – Η προς ίδιο κίνδυνο ενέργεια του προσώπου πληρούται, όταν τούτο συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση αυτοδιακινδυνεύσεως. Η περίπτωση αυτή αξιολογείται όχι ως σιωπηρώς, εκ των προτέρων εκφραζόμενη συναίνεση, όπως το πρόσωπο υποστεί ζημία για την οποία αποκλείεται η ευθύνη τρίτου, λόγω άρσεως συνεπεία της συναινέσεως, του παρανόμου χαρακτήρα της πράξεως αυτού, αλλά ως συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου του αυτοδιακινδυνεύοντος, ο οποίος, αν υποστεί ζημία από παράνομη πράξη τρίτου, πρέπει να επωμισθεί ένα μέρος αυτής βάσει του άρθρου 300 ΑΚ. Τέτοια είναι, πλην άλλων, και η περίπτωση του επιβάτη, ο οποίος αποδέχεται να επιβιβαστεί σε όχημα, γνωρίζοντας ότι ο οδηγός αυτού δεν διαθέτει την απαιτούμενη άδεια ικανότητας, κατά παράβαση των ισχυόντων κανόνων, κατά τη διάρκεια δε της οδηγήσεως αυτής προκαλείται ατύχημα, με συνέπεια τον τραυματισμό του επιβαίνοντος προσώπου. Η συμμετοχή δε του επιβάτη σε ένα τέτοιο ταξίδι θέτει από την πλευρά της ένα αίτιο για την πρόκληση ατυχήματος. ΕφΠατρ 67/2008 Αρμ 208,1204.

36. – Η οδηγός βαρύνεται με υπαιτιότητα σε ποσοστό 65% για τη σύγκρουση, αν από ανεπιτηδειότητά της και λόγω και της υψηλής της ταχύτητας, έχασε την ψυχραιμία της, όταν είδε αυτοκίνητο να έρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με υπερβολική ταχύτητα, άρχισε να κάνει ανεξέλεγκτους ελιγμούς δεξιά και αριστερά με συνέπεια να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα και να προκληθούν οι συγκρούσεις που επακολούθησαν. ΜΠρΑθ 2831/2007 ΕφΑΔ 2008,804.

37. – Σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων αυτοκινήτων, προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση προϋποτίθεται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση της ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της ζημίας. ΑΠ 1355/2008 ΕφΑΔ 2008,1199.

38. – Το ατύχημα οφείλεται κυρίως σε υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 1, 2, 3 και 8 περ. α, 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 και 3 του Ν 2696/1999, από έλλειψη της προσοχής του, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επειδή δεν ρύθμισε την ταχύτητά του στις επικρατούσες συνθήκες,παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή, που ήταν στο οδόστρωμα της άνω Ε.Ο. και διαχώριζε τις δύο αντίθετες κατευθύνσεις κυκλοφορίας και κατέλαβε ανεπίτρεπτα και παράνομα το οδόστρωμα, το οποίο ήταν προορισμένο για την αντίθετη με την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, με συνέπεια να αναγκαστεί ο ενάγων να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά.ΕφΛαμ 141/2008 ΕΣυγκΔ 2998,444.

39. – ... Όμως και ο ενάγων βαρύνεται και αυτός κατά ποσοστό 30% στην επέλευση του ατυχήματος αυτού, γιατί, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 19 του Ν 2696/1999, δεν ασκούσε πλήρη έλεγχο και εποπτεία στο όχημά του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, ούτε μείωσε την ταχύτητά του, επειδή εκινείτο σε οδό με στροφές και κατωφέρεια, το οδόστρωμα της οποίας ήταν ολισθηρό ένεκα της βροχόπτωσης, κατά τρόπο ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο, που μπορεί να προβλεφθεί και που βρίσκεται στο ορατό από αυτόν τμήμα της οδού, με αποτέλεσμα να μη δυνηθεί να κρατήσει επί του οδοστρώματος το αυτοκίνητό του, πράγμα που θα μπορούσε να κάνει αν η ταχύτητά του ήταν μικρότερη των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, με την οποία κατ’ εκείνο το χρόνο εκινείτο, όταν επιχείρησε τον αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, αφού κατά τον επίδικο χρόνο στο αντίθετο ρεύμα πορείας στο οποίο εισήλθε με τον επιχειρούμενο ελιγμό του, δεν κινούνταν άλλα οχήματα, πλην όμως δεν το έπραξε. ΕφΛαμ 141/2008 ΕΣυγκΔ 2998,444.

Π. Βαφειάδου