English
© 2010 Νομική Βιβλιοθήκη

ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

pwc

pwc


twitter kathimerini



ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Δημοσιεύσεις

30/12/2011
ΠΠΘ 27490/2011. Απαιτήσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό – Δικαίωμα καταγγελίας διαρκούς σύμβασης – Διάσωση του πλουτισμού – Ανταπαίτηση από τα κέρδη που θα εισέπραττε ο εναγόμενος μέχρι την κανονική λύση της σύμβασης συνεργασίας. 30/12/2011

Με την αγωγή της η ενάγουσα υποστήριξε ότι κατήρτισε σύμβαση συνεργασίας με τον εναγόμενο, που διατηρεί ατομική επιχείρηση παραγωγής και πώλησης άρτου, με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε να της πωλεί κατόπιν παραγγελιών, στις οποίες η ίδια θα προέβαινε, κατεψυγμένα κουλούρια Θεσσαλονίκης διαφόρων τύπων, τα οποία, στη συνέχεια η ίδια η ενάγουσα θα μεταπωλούσε σε αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Πριν την κατάρτιση της σύμβασης αλλά και αφού υπογράφηκε αυτή, η ενάγουσα κατέβαλλε στον αντίδικο της διάφορα χρηματικά ποσά ως προκαταβολές του τιμήματος των εμπορευμάτων που θα της παραδίδονταν. Παρά τις προσπάθειες προώθησής του προϊόντος που κατάβαλλε η ενάγουσα, αυτό δεν έκανε τις αναμενόμενες πωλήσεις και περίπου ένα χρόνο μετά την κατάρτιση της σύμβασης έπαψαν οι παραγγελίες των πελατών της με αποτέλεσμα να μην μπορεί και η ίδια να προβεί σε αντίστοιχες παραγγελίες προς τον εναγόμενο. Για το λόγο αυτό με εξώδικη δήλωσή της προς τον εναγόμενο κατήγγειλε τη μέχρι τότε υφιστάμενη σύμβαση συνεργασίας και ζήτησε να της επιστραφούν τα ποσά που είχε ήδη δώσει ως προκαταβολή για το τίμημα των προϊόντων, στην αρχή εξωδίκως και στη συνέχεια με την εξεταζόμενη αγωγή την οποία θεμελίωσε στις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού του Αστικού Κώδικα.

Με βάση τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι διάδικοι και αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εμμονή στη διατήρηση σε ισχύ της σύμβαση συνεργασίας ενείχε υπέρμετρη δέσμευση για την ενάγουσα αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτή, αφενός μεν, δεν είχε δεσμευθεί συμβατικά για συγκεκριμένο όγκο παραγγελιών κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, αφετέρου δε, έπραξε ότι μπορούσε για την προώθηση των εν λόγω προϊόντων στην αγορά. Επομένως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καταγγελία της σύμβασης ήταν έγκυρη, και ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της αντιδίκου του, παρακρατώντας εκείνο το μέρος των προκαταβολών που δεν αντιστοιχούσαν σε τίμημα των ήδη πωληθέντων εμπορευμάτων.

Από την πλευρά του ο εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι είχε τη βέβαιη πεποίθηση ότι θα ακολουθούσαν παραγγελίες της εταιρίας για προϊόντα που το τίμημά τους θα κάλυπτε τουλάχιστον τα μέχρι τότε εισπραχθέντα ποσά και για το λόγο αυτό τα ανάλωσε σε δαπάνες για την αντιμετώπιση αναγκών προς εξυπηρέτησή της συμφωνίας και μάλιστα πριν την καταγγελία και την επίδοση της αγωγή, επομένως τα ποσά αυτά θα έπρεπε να εκπέσουν κατ’ άρθρο 909 ΑΚ από την επιστρεπτέα ωφέλεια, ισχυρισμός που έγινε εν μέρει δεκτός από το Δικαστήριο.

Ο εναγόμενος ισχυρίστηκε, επικουρικά, ότι διατηρεί ομοειδή και ληξιπρόθεσμη αξίωση την οποία πρότεινε, με τις προτάσεις του, σε βάρος της ενάγουσας. Η αξίωση του εναγόμενου αφορούσε το ποσό που αυτός απώλεσε από έλλειψη παραγγελιών από υπαιτιότητα της ενάγουσας και της - κατ’ αυτόν - αδιαφορίας της για την προώθηση των συμβατικών προϊόντων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός ως προς τα κέρδη που θεωρούσε ότι θα εισέπραττε από την επομένη της ημερομηνίας καταγγελίας της σύμβασης μέχρι την κανονική λύση αυτής – εάν δηλ. δεν είχε μεσολαβήσει η καταγγελία - είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος και τούτο διότι αυτό που θα μπορούσε να αξιώσει ο εναγόμενος δεν ήταν η ζημία που του προκλήθηκε από το γεγονός της λύσης της σύμβασης αυτό καθαυτό, αλλά επικαλούμενος άκαιρη καταγγελία, δηλ. καταγγελία που έγινε σε χρονικό σημείο που η διατήρηση της σύμβασης είχε ιδιαίτερη σημασία για τα συμφέροντα των συμβαλλομένων, όφειλε να ζητήσει τη ζημία που του προκλήθηκε από την αδικαιολόγητα επιλογή από την καταγγέλλουσα του συγκεκριμένου χρονικού σημείου, επικαλούμενος και αποδεικνύοντας ότι ενόψει ειδικής προσδοκίας (ή περίστασης) θα πραγματοποιούνταν άμεσα συγκεκριμένα κέρδη τα οποία απώλεσε για το λόγο αυτό (ολΑΠ 31/1998 ΕλλΔνη 1998,1261, ΕφΠατρών 110/2002 ΔΕΕ 2003, 450). Ως προς το άλλο σκέλος της ανταπαίτησής του εναγόμενου που αφορούσε τα κέρδη που θα εσόδευε έως την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αόριστος καθόσον ο ενιστάμενος – εναγόμενος δεν προσδιόρισε με ακρίβεια το ύψος των διαφυγόντων κερδών, αφού εκτός από το ύψος των ετήσιων κερδών που προσδοκούσε να αποκομίσει από την επίμαχη συνεργασία, δεν προσδιόρισε το ύψος των κερδών που εντέλει εισέπραξε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης, στοιχείο απαραίτητο προκειμένου να κριθεί το ύψος της υποτιθέμενης ανταπαιτήσεως για το διάστημα αυτό.

Δικηγόροι ενάγουσας: Χάρης Βασιλογεώργης- Ανδρέας Στεργιάδης, Εταίροι της δικηγορικής εταιρίας ΒΑΣΙΛΟΓΕΩΡΓΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ