English
© 2010 Νομική Βιβλιοθήκη

ΕΤΑΙΡΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

pwc

pwc


twitter kathimerini



ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Δημοσιεύσεις

24/06/2012
Οι ρυθμίσεις του ν. 4072/2012 για την καταχώριση και προστασία των εθνικών εμπορικών σημάτων

Έλλη Ε. Ασημακοπούλου[1] 

 

Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

O Νόμος 4072/2012[2] καταργεί τον Ν. 2239/1994[3] και επιχειρεί να εκσυγχρονίσει τη νομοθεσία περί εμπορικών σημάτων, υιοθετώντας, μεταξύ άλλων, τα συμπεράσματα της νομολογίας (εθνικής και κοινοτικής).

Ο νέος Νόμος ενσωματώνει  την Οδηγία 2004/48/ΕΚ[4] και τις ρυθμίσεις που αφορούν την προστασία των διεθνών σημάτων[5],[6] ενώ παράλληλα εισάγει  καινοτόμες για τα ελληνικά δεδομένα ρυθμίσεις όπως η κατάργηση της υποχρεωτικής κατάθεσης από δικηγόρο, η υποχρέωση και ηλεκτρονικής κατάθεσης της δήλωσης και του σήματος, η δυνατότητα ηλεκτρονικής εξ αποστάσεως κατάθεσης καθώς και η εισαγωγή του θεσμού του εξεταστή, ως αποκλειστικού οργάνου ελέγχου σε πρώτο βαθμό. Η Διοικητική Επιτροπή Σημάτων (ΔΕΣ) διατηρείται ως δευτεροβάθμιο όργανο διοικητικού ελέγχου για την εξέταση προσφυγών και ανακοπών[7].

Με το παρόν επιχειρείται μία σύντομη παράθεση των ρυθμίσεων του νέου Νόμου και η επισήμανση των κυριότερων αλλαγών που αυτός επιφέρει στο Δίκαιο των Σημάτων[8].

 

ΙΙ. ΕΝΝΟΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΣΗΜΑΤΟΣ

Στο νέο Νόμο ορίζεται[9] ότι σήμα μπορεί να αποτελέσει κάθε σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. Μπορούν να αποτελέσουν σήμα ιδίως λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του.

            Όπως και με το προϊσχύον καθεστώς, προβλέπεται[10] ότι το δικαίωμα για αποκλειστική χρήση του σήματος αποκτάται με την καταχώρισή του[11].

Ως προς τους λόγους απόλυτου απαραδέκτου[12] διατηρούνται καταρχήν οι προβλέψεις του Ν. 2239/1994[13] ενώ προστίθεται λόγος απολύτου απαραδέκτου σχετιζόμενος με τις γεωγραφικές ενδείξεις και προστατευόμενες ονομασίες προέλευσης των οινοπνευματωδών και γεωργικών προϊόντων [14].

Η συνδρομή των λόγων αυτών ελέγχεται πλέον από το μονομελές όργανο ελέγχου (εξεταστής)[15].

Ως προς την έρευνα των σχετικών λόγων απαραδέκτου[16] διατηρείται καταρχήν ο προέλεγχος από τον εξεταστή της Διεύθυνσης Εμπορικής και Βιομηχανικής Ιδιοκτησία, ενώ πλέον η έγγραφη συναίνεση δικαιούχου προγενέστερου σήματος μπορεί να δοθεί όχι μόνο στην Υπηρεσία Σημάτων, όπως προέβλεπε το προϊσχύον δίκαιο, αλλά σε οποιοδήποτε στάδιο εξέτασης της αίτησης (ενώπιον του εξεταστή, της ΔΕΣ ή του Διοικητικού Πρωτοδικείου ή Εφετείου). Παράλληλα, η άρνηση αποδοχής της συναίνεσης περιορίζεται στον κίνδυνο παραπλάνησης του κοινού, ιδίως ως προς την ποιότητα των προϊόντων ή των υπηρεσιών.

Τέλος, καταργήθηκε η διάταξη του ν. 2239/1994 που ρύθμιζε το ζήτημα των σημάτων που αποτελούνται από το όνομα του καταθέτη, και ήδη προβλέπεται ότι ο νεότερος καταθέτης που θέλει να καταθέσει ως σήμα το όνομά του, παρότι το ίδιο όνομα έχει κατατεθεί προηγουμένως από άλλον προς διάκριση των ίδιων προϊόντων, πρέπει να προσθέσει κάποιο διακριτικό σημείο[17]. Λόγος της κατάργησης είναι ότι, και η περίπτωση αυτή, πρέπει να κρίνεται, όπως οι άλλες περιπτώσεις συγκρούσεως σημάτων, με βάση δηλαδή τη διάταξη του άρθρου 124 παρ. 1 περίπτ. β’ του νέου Νόμου, η οποία θέτει ως προϋπόθεση για τη συνύπαρξη σημάτων που ομοιάζουν μεταξύ τους τη δημιουργία ή μη κινδύνου σύγχυσης.

 

ΙΙΙ. ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ – ΕΚΤΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Σύμφωνα με το άρθρο 148 η προστασία του σήματος είναι δεκαετής και αρχίζει από την επομένη της ημερομηνίας κατάθεσης, ενώ στο ίδιο άρθρο ορίζονται και οι όροι για την ανανέωση του σήματος.

Στο άρθρο 125 περιγράφεται η προστασία που παρέχεται στον δικαιούχο του σήματος. Στη διάταξη αυτή επεκτείνονται οι αρνητικές εξουσίες του δικαιούχου και νέες έννοιες που εισήχθησαν με την Οδηγία 2000/95/ΕΚ, δηλαδή πέραν της παραποίησης και της απομίμησης και στις έννοιες της ταυτότητας, της ομοιότητας και του κινδύνου σύγχυσης[18].

Παράλληλα, καταργήθηκε η διάταξη του Ν. 2239/94[19], η οποία  επέβαλλε όπως η χρήση του σήματος να γίνεται μόνο στα ίδια προϊόντα και τις ίδιες υπηρεσίες του δικαιούχου, καθώς ήταν αντίθετη με την αρχή της απεξάρτησης του σήματος από την επιχείρηση, η οποία ακολουθείται στο ελληνικό δίκαιο.

Στο άρθρο 126 τίθενται οι περιορισμοί στην παρεχόμενη στο δικαιούχο του σήματος προστασία. Εν προκειμένω, αξίζει να σημειωθεί η διαφοροποίηση που εισάγει πλέον η νέα διάταξη σε σχέση με το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 2239/1994. Η διαφοροποίηση έγκειται στο ότι η απαγόρευση της «εν είδει σήματος» χρήσης αποτελεί, σύμφωνα με τη νέα διατύπωση, την κυριότερη περίπτωση αθέμιτης χρήσης, ενώ, κατά τη διατύπωση της  καταργηθείσας διάταξης μπορούσε να εκληφθεί ότι πρόκειται για προϋπόθεση που ισχύει παράλληλα προς την αθέμιτη χρήση[20].

            Το άρθρο 127 εισάγει νέες ρυθμίσεις αναφορικά με την απώλεια δικαιώματος λόγω ανοχής, καθώς αναφέρεται στην αποδυνάμωση του δικαιώματος του προγενέστερου δικαιούχου να απαγορεύσει τη χρήση μεταγενέστερου καταχωρισμένου σήματος εφόσον ανέχτηκε εν γνώσει του χρήση του σήματος αυτού για περίοδο πέντε συνεχών ετών εκτός αν η κατάθεση του μεταγενέστερου σήματος έγινε με κακή πίστη, αλλά και στην αδυναμία δικαιούχου μεταγενέστερου σήματος να απαγορεύσει τη χρήση προγενέστερου σήματος ή άλλου δικαιώματος .

Στο επόμενο άρθρο προβλέπεται[21]  ότι ο δικαιούχος δεν μπορεί, κατ’ αρχήν, να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί με το σήμα αυτό στον ΕΟΧ, από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του (ανάλωση του δικαιώματος), εκτός αν συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο προϋποθέσεις .

Στο άρθρο 129 προβλέπεται ότι ο καταθέτης μπορεί, οποτεδήποτε και ανεξαρτήτως εκκρεμοδικίας, να προβεί σε δήλωση μη διεκδίκησης δικαιωμάτων σε ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία του σήματος[22].

Τέλος, με το Νόμο εισάγεται[23]  ο θεσμός της διαίρεσης της δήλωσης κατάθεσης ή της καταχώρισης του σήματος, με τον οποίο διευκολύνεται η διαδικασία καταχώρισης σήματος στις περιπτώσεις που πλήττεται ένα σήμα για ορισμένα από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που διακρίνει και όχι για όλα.

 

ΙV. ΤΟ ΣΗΜΑ ΩΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΟ ΑΓΑΘΟ

Με το νέο Νόμο καταρχήν επιβεβαιώνεται[24] η απεξάρτηση του σήματος από την επιχείρηση, επιλογή που, άλλωστε, ακολουθούσε και ο Ν. 2239/94. Η απεξάρτηση του σήματος από την επιχείρηση έχει ως συνέπεια και ότι είναι δυνατή η αυτοτελής σύσταση εμπράγματων δικαιωμάτων επί του σήματος.

Σύμφωνα με τις νέες ρυθμίσεις επιτρέπεται, εκτός του σήματος και η μεταβίβαση του δικαιώματος προσδοκίας σε κατατεθέν αλλά μη καταχωρημένο ακόμη σήμα, και αντίθετα με τα όσα μέχρι σήμερα ίσχυαν, επιτρέπεται η μερική μεταβίβαση σήματος ή της δήλωσης σήματος, εφόσον δε δημιουργείται παραπλάνηση του κοινού[25].

Για την μεταβίβαση προβλέπεται έγγραφος τύπος ο οποίος ωστόσο δεν είναι συστατικός, ενώ ούτε προβλεπόμενη καταχώρηση της μεταβίβασης στο Βιβλίο Σημάτων έχει συστατική λειτουργία.

Αναφορικά με το θεσμό της παραχώρησης άδειας χρήσης ο νέος Νόμος[26] καθορίζει τις προϋποθέσεις για την παροχή άδειας χρήσης σήματος και το  περιεχόμενο  της και επιφέρει ορισμένες σημαντικές μεταβολές. Καταρχήν καταργεί το θεσμό της παράλληλης άδειας χρήσης σήματος[27]. Αντ’ αυτού προβλέπεται η παραχώρηση άδειας χρήσης με απόλυτη ενέργεια, δυνάμει της οποίας ο αδειούχος μπορεί να στραφεί εξ ιδίου δικαιώματος κατά τρίτων προσβολέων. Έπειτα, προβλέπεται η δυνατότητα του δικαιούχου του σήματος να στραφεί κατά του αδειούχου σε περίπτωση που ο αδειούχος παραβιάζει τους σ’ αυτήν αναφερόμενους όρους. Προβλέπεται  ακόμη ότι ο αποκλειστικός αδειούχος μπορεί να ασκήσει και αυτοτελώς τις κατά τρίτου προσβολέα αξιώσεις, εφόσον ο δικαιούχος αδρανεί να τις ασκήσει, παρότι ειδοποιήθηκε για την προσβολή, ενώ παρέχεται δικαίωμα παρέμβασης στον αδειούχο στη δίκη μεταξύ του δικαιούχου και του τρίτου προσβολέα, με αίτημα την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη[28].

            Τέλος, στο άρθρο 133 ρητά ορίζεται ότι το σήμα μπορεί να είναι αντικείμενο μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και αυτοτελούς εκποίησής του από το σύνδικο της πτώχευσης ενώ ρητά ορίζεται ότι τα δικαιώματα του αποκτώντα επί του σήματος εγγράφονται στο Βιβλίο Σημάτων.  Ο νέος Νόμος δεν περιέχει διάταξη αντίστοιχη με τη  διάταξη του Ν 2239/94, σύμφωνα με την οποία δε χωρούσε κατάσχεση και εκποίηση εν πτωχεύσει σήματος που αποτελείτο από το όνομα του δικαιούχου, ρύθμιση ορθή καθώς αυτός που χρησιμοποιεί το όνομα του ως σήμα αποδέχεται και την εμπορευματοποίηση αυτού.

 

V. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΙΣΗΣ

Η δήλωση για την κατάθεση σήματος κατατίθεται[29] στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου, που καλείται στο εξής Υπηρεσία Σημάτων[30] από τον καταθέτη, αντιπρόσωπο του ή πληρεξούσιο δικηγόρο[31].

Περαιτέρω, εισάγεται εκ του νόμου η υποχρέωση υποβολής της αίτησης και της απεικόνισης του σήματος και σε ηλεκτρονική μορφή, και προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής της δήλωσης κατάθεσης εξ αποστάσεως με ηλεκτρονικά μέσα σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους, προϋποθέσεις και τεχνικές λεπτομέρειες που θα καθοριστούν με απόφαση των συναρμόδιων Υπουργών[32].

Μετά την κατάθεσή της η δήλωση κατάθεσης λαμβάνει αριθμό πρωτοκόλλου, ημερομηνία και ώρα κατάθεσης, καταχωρείται στο Βιβλίο Σημάτων και αναρτάται στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου (ΓΓΕ).

Το πρώτο στάδιο ελέγχου της δήλωσης κατάθεσης αφορά την πληρότητα των τυπικών προϋποθέσεων[33]. Εφόσον ελλείπει κάποια από τις προϋποθέσεις ο καταθέτης καλείται από την Υπηρεσία, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός μηνός να συμπληρώσει ή να διορθώσει την αίτησή του[34].

Στη συνέχεια εξετάζονται οι λόγοι απαραδέκτου. Οι απόλυτοι και σχετικοί λόγοι απαραδέκτου εξετάζονται  από το μονομελές διοικητικό όργανο (εξεταστή)[35]. Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει κάποιος από τους λόγους απαραδέκτου, καλείται ο καταθέτης να εκφράσει τις απόψεις του. Ο καταθέτης μπορεί είτε να ανακαλέσει τη δήλωσή του είτε να περιορίσει την έκταση προστασίας του σήματος είτε να υποβάλει απλώς τις παρατηρήσεις του σχετικά με τις ενστάσεις που διατυπώνει ο εξεταστής.

Η δήλωση κατάθεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη όταν δεν υπάρξει απάντηση του καταθέτη μέσα στην ταχθείσα από την Υπηρεσία προθεσμία  ή δεν ανακληθεί η δήλωση ή δεν περιοριστεί η έκταση προστασίας του σήματος ώστε να καθίσταται αυτό παραδεκτό ή δεν κριθούν παραδεκτές και βάσιμες οι παρατηρήσεις που υποβάλλει ο καταθέτης[36].

 

VΙ. ΕΝΔΙΚΑ ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ

Στα άρθρα 140 επ. περιγράφονται οι όροι και προϋποθέσεις άσκησης ανακοπής[37] κατά απόφασης του εξεταστή που κάνει δεκτή την αίτηση καταχώρισης του σήματος. Η τρίμηνη προθεσμία για την άσκησή της που προβλεπόταν στο ν. 2239/94 διατηρείται και αρχίζει από την ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΕ[38].

Η Υπηρεσία Σημάτων ενημερώνει άμεσα τον καταθέτη για την εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής και ο καταθέτης έχει δικαίωμα να προβάλει πρόσθετους λόγους επί της ανακοπής έως δεκαπέντε μέρες πριν τη συνεδρίαση της Δ.Ε.Σ που θα την εξετάσει[39]

Η ΔΕΣ αποφασίζει επί της ανακοπής με βάση το αποδεικτικό υλικό που έχει στη διάθεση της. Εάν, από την εξέταση της ανακοπής, προκύψει ότι η καταχώριση του σήματος δεν μπορεί να γίνει δεκτή για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή υπηρεσιών που αυτό διακρίνει, η δήλωση απορρίπτεται είτε στο σύνολο της ή εν μέρει για συγκεκριμένα προϊόντα ή υπηρεσίες. Σε αντίθετη περίπτωση η ανακοπή απορρίπτεται και η δήλωση κατάθεσης γίνεται δεκτή. 

Με το άρθρο 143 εισάγεται μία νέα για το ελληνικό δίκαιο ρύθμιση[40]. Μετά από αίτηση του καταθέτη, ο ανακόπτων δικαιούχος προγενέστερου σήματος οφείλει, σύμφωνα με την διαδικασία που ορίζεται στο ως άνω άρθρο, να αποδείξει είτε ότι κατά τη διάρκεια πέντε ετών που προηγήθηκαν της δημοσίευσης της δήλωσης του σήματος είχε γίνει ουσιαστική χρήση του προγενέστερου σήματος για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τα οποία καταχωρίσθηκε και στα οποία βασίζεται η ανακοπή είτε ότι υπάρχει εύλογη αιτία για τη μη χρήση, εφόσον, κατά την ημερομηνία αυτή, το προγενέστερο σήμα ήταν καταχωρισμένο τουλάχιστον για πέντε έτη.

            Στα άρθρα 144 περιγράφεται η διαδικασία προσφυγής ενώπιον της ΔΕΣ[41]. Συγκεκριμένα, προσφυγή ενώπιον της ΔΕΣ δύναται να ασκηθεί  αποκλειστικά κατά απορριπτικών αποφάσεων του εξεταστή μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την ημέρα κοινοποίησης στον καταθέτη της απόφασης. Η άσκησή της σημειώνεται στην καρτέλα του σήματος. Άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης είναι δυνατή από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός εξήντα ημερών από την καταχώριση της προσφυγής στην καρτέλα του σήματος[42].

          Κατά των αποφάσεων της ΔΕΣ χωρεί η άσκηση προσφυγής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 146. Η άσκηση της προσφυγής έχει ανασταλτικό χαρακτήρα.  Με το νέο Νόμο εισάγεται επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης, η υποχρέωση του προσφεύγοντος να καλέσει για άσκηση παρέμβασης αυτούς που έχουν καταστεί διάδικοι ενώπιον της ΔΕΣ καθώς και τους δικαιούχους προγενέστερων σημάτων τα οποία αποτέλεσαν κώλυμα αποδοχής του επίδικου σήματος.

Ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει ο θεσμός της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση που εισάγεται με το άρθρο149. Ειδικότερα, αν ο καταθέτης ή δικαιούχος σήματος ή οποιοσδήποτε άλλος διάδικος δεν τηρήσει μια προθεσμία σε διαδικασία ενώπιον της Υπηρεσίας σημάτων ή της ΔΕΣ (ιδίως για ανανέωση ή αίτηση διαγραφής) εξαιτίας ανωτέρας βίας, τυχηρού ή άλλου σπουδαίου λόγου, μπορεί να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, εφόσον απώλεσε δικαίωμα ή ένδικο βοήθημα[43]. Η αίτηση υποβάλλεται ενώπιον της ΔΕΣ εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παύση του κωλύματος και σε κάθε περίπτωση εντός ενός έτους από τη λήξη της προθεσμίας που δεν τηρήθηκε[44]. Η απόφαση της ΔΕΣ δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Ο αιτών που πέτυχε την αποκατάσταση δεν μπορεί να την επικαλεσθεί έναντι τρίτων που τυχόν απέκτησαν καλόπιστα δικαίωμα κατά το διάστημα που μεσολάβησε.

 

VII. ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΣΗΜΑΤΟΣ

Οι διατάξεις των άρθρων 150 - 158 εναρμονίζουν το ελληνικό δίκαιο των σημάτων προς την Oδηγία 2004/48/ΕΚ, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας[45].

Βασικό μέτρο προστασίας επί προσβολής σήματος είναι η αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψης τέλεσής της στο μέλλον[46]. Ο δικαιούχος μπορεί να ζητήσει απόσυρση ή οριστική απομάκρυνση από το εμπόριο, καθώς και  καταστροφή των εμπορευμάτων που κρίθηκε ότι προσβάλλουν το δικαίωμα στο σήμα.

Η δεύτερη αξίωση του δικαιούχου είναι η αποζημίωση, αξίωση που υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς συχνά αχρηστευόταν καθώς η απόδειξη της ζημίας ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση η αποζημίωση υπολογίζεται είτε λαμβάνοντας υπόψη εκτός από η ζημία του δικαιούχου και το κέρδος που αποκόμισε ο προσβολέας  είτε με βάση το ποσό, το οποίο θα είχε καταβάλει ο προσβολέας, αν είχε ζητήσει την άδεια χρήσης από το δικαιούχο.

Προβλέπεται ακόμη ότι σε περίπτωση που ελλείπει η υπαιτιότητα του υπόχρεου  ο δικαιούχος μπορεί να αξιώσει είτε το ποσό κατά το οποίο ο υπόχρεος ωφελήθηκε από την εκμετάλλευση του σήματος χωρίς τη συγκατάθεσή του είτε την απόδοση του κέρδους που ο υπόχρεος αποκόμισε από την εκμετάλλευση αυτή Τέλος, προς εξασφάλιση της καταβολής της αποζημίωσης, παρέχονται τα αναφερόμενα ασφαλιστικά μέτρα.

Στα άρθρα 151 και 153 ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την απόδειξη και την δικαστική δαπάνη αντίστοιχα σε συμμόρφωση με τις επιταγές της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ.

Έπειτα, στο άρθρο 153 ρυθμίζεται η λήψη ασφαλιστικών μέτρων, διαδικασία εξαιρετικά σημαντική για την προστασία των σημάτων[47]. Προκειμένου να εμποδισθεί η είσοδος ή η κυκλοφορία στο δίκτυο διανομής εμπορευμάτων με το προσβάλλον διακριτικό γνώρισμα, παρέχεται στον δικαιούχο η δυνατότητα να ζητήσει συντηρητική κατάσχεση ή προσωρινή απόδοση των εμπορευμάτων αυτών. Επί δε προσβολών, οι οποίες: α) διαπράττονται σε εμπορική κλίμακα, β) θέτουν σε κίνδυνο την καταβολή της αποζημίωσης που έχει ζητήσει ο δικαιούχος με τακτική αγωγή και γ) προσκομίζονται ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία ότι το σήμα προσβάλλεται ή επίκειται η προσβολή του, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τη συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων του καθού, καθώς και τη δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και των λοιπών τραπεζικών στοιχείων του προσβολέα. Τα δραστικά δε αυτά και σκληρά μέτρα δύναται να ληφθούν και χωρίς προηγούμενη κλήτευση ή ακρόαση του καθού.

            Στο άρθρο 154 εισάγεται νέες για την ελληνική έννομη τάξη ρυθμίσεις αναφορικά με την λήψη μέτρων προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων  Η αίτηση προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων ασκείται πριν την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ή την έγερση της αγωγής, χωρίς να αποκλείεται να μπορεί να ασκηθεί και στο πλαίσιο εκκρεμούσης διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων ή αγωγής. Η αίτηση προστασίας των αποδεικτικών στοιχείων δεν μπορεί να στραφεί και κατά τρίτου εκτός του προσβολέα. Μπορεί δε να ληφθούν χωρίς την κλήτευση του προσβολέα.

            Σημειώνεται, τέλος, ότι χάριν της αρχής της αναλογικότητας[48], μαζί με τις ρυθμίσεις για τα μέτρα που δύναται να ληφθούν χωρίς την κλήτευση του καθού, προβλέπονται  στο νέο Νόμο διατάξεις ως αντίβαρο αυτών, όπως η εκ των υστέρων ενημέρωση του καθού, η εγγυοδοσία από μέρους του αιτούντος για την αποκατάσταση τυχόν βλάβης του καθού κτλ.[49].

Τέλος, με το άρθρο 156 αναμορφώνονται οι ποινικές διατάξεις και προβλέπεται μεταξύ άλλων ποινική προστασία του σήματος φήμης, ενώ επιβάλλονται αυξημένες ποινές σε περίπτωση προσβολής σήματος με ίδιο διακριτικό γνώρισμα και ταυτότητα ή ομοιότητα προϊόντων, εφόσον συντρέχει εκμετάλλευση σε εμπορική κλίμακα ή κατ’ επάγγελμα εκμετάλλευση. Η απόπειρα τέλεσης των πράξεων του άρθρου τιμωρείται με μειωμένη ποινή. Ενώ με το άρθρο 157 διατηρείται, τροποποιημένη, η δυνατότητα του δικαστηρίου να διατάξει τη δημοσίευση της απόφασης.

 

VΙII. ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ, ΕΚΠΤΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ, ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ

Το δικαίωμα στο σήμα αποσβέννυται[50] με δήλωση παραίτησης του δικαιούχου για το σύνολο ή μέρος των προϊόντων ή των υπηρεσιών για τα οποία έχει κατά χωρισθεί[51], όπως προβλεπόταν και στο προϊσχύον δίκαιο.

Ωστόσο, παρατηρούνται αρκετές τροποποιήσεις στις διατάξεις που διέπουν την διαγραφή του σήματος. Κατ’ αρχήν, εισάγεται διάκριση της διαγραφής του σήματος λόγω έκπτωσης[52]  και λόγω ακυρότητας[53]. Έπειτα, δεν προβλέπεται πλέον ως λόγος διαγραφής η επί πέντε έτη παύση λειτουργίας της επιχείρησης, πρόβλεψη που συμβαδίζει με την αποδέσμευση της επιχείρησης από το σήμα. Καινοτόμος είναι ακόμη η ρύθμιση σύμφωνα με την οποία σήμα δε διαγράφεται, εφόσον, πρόκειται μεν για σήμα που δεν έπρεπε να είχε γίνει δεκτό, αλλά που κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διαγραφής είχε εκλείψει ο λόγος απαραδέκτου, επειδή το σήμα απέκτησε επιγενόμενη διακριτική ικανότητα.  Τα αποτελέσματα δε της διαγραφής λόγω έκπτωσης ή ακυρότητας αρχίζουν από την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης[54]. Η απόφαση για την  διαγραφή, γνωστοποιείται στην Υπηρεσία Σημάτων, η οποία προβαίνει σε σχετική ενημέρωση στο Βιβλίο Σημάτων, ενώ με την τελεσιδικία της απόφασης για τη διαγραφή το σήμα διαγράφεται από το Βιβλίο Σημάτων.

Αρμόδια για τη διαγραφή του σήματος λόγω έκπτωσης ή ακυρότητας είναι η ΔΕΣ, η οποία επιλαμβάνεται μετά από αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον καθώς και τα επιμελητήρια και οι ενώσεις καταναλωτών ή μέλη τους στις περιπτώσεις που προβλέπει ο νέος Νόμος. Οι νέες ρυθμίσεις διαφοροποιούνται από το προϊσχύον καθεστώς κυρίως στα εξής. Δεν μπορεί να ζητήσει διαγραφή όποιος είχε προσβάλει την καταχώρηση κατά την κατάθεση  του σήματος  προβάλλοντας σχετικούς λόγους απαραδέκτου και αυτοί έχουν κριθεί από τη ΔΕΣ ή τα διοικητικά δικαστήρια κατ’ αντιδικία. Επίσης, διαφοροποιείται ο χρόνος κατά τον οποίο μπορεί κανείς να ζητήσει την διαγραφή, για τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός ενώ για τους σχετικούς ισχύει η πενταετία από την καταχώριση εκτός εάν πρόκειται για κακόπιστη κατάθεση.

 

ΙΧ. ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ – ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ

Στο άρθρο 182 του νέου Νόμου ρυθμίζονται  ζητήματα εκκρεμών υποθέσεων. Ειδικότερα ορίζεται ότι εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου, υποθέσεις ενώπιον της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων και των Διοικητικών Δικαστηρίων διέπονται από τις διατάξεις του προϊσχύοντος νόμου. Οι αποφάσεις που δημοσιεύονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και για έξι μήνες υπόκεινται σε άσκηση προσφυγής, παρέμβασης και τριτανακοπής σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύοντος νόμου.

 Ως προς την αφετηρία των προθεσμιών εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο, κατά τον οποίο συντελέστηκε το γεγονός που τις κίνησε, ενώ η διάρκεια των προθεσμιών που είχαν αρχίσει πριν από την έναρξη ισχύος του νέου Νόμου, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του, μόνο αν η διάρκεια που προβλέπεται από αυτές είναι μεγαλύτερη από εκείνη που προβλεπόταν από τις προϊσχύουσες διατάξεις.

Περαιτέρω ορίζεται ότι σήματα που δεν έχουν γίνει αμετακλήτως δεκτά κατά την έναρξη ισχύος του νέου Νόμου, κρίνονται ως προς τις προϋποθέσεις παραδεκτού, σύμφωνα με το προϊσχύον δίκαιο. Η δε δυνατότητα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, σύμφωνα με το άρθρο 149, ισχύει μόνο στις περιπτώσεις που το κώλυμα που είχε ως συνέπεια την απώλεια δικαιώματος ή προθεσμίας ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη, επήλθε μετά την έναρξη της ισχύος του νέου Νόμου.

Αντίθετα, η δυνατότητα διαίρεσης ισχύει και για τα σήματα που είχαν δηλωθεί ή  καταχωρισθεί πριν από τη θέση σε ισχύ του νέου Νόμου. Ενώ και η δυνατότητα υποβολής έγγραφης συναίνεσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος νέου Νόμου διαφορές.

Επιπρόσθετα, ορίζεται ότι τα σήματα που κατά την έναρξη ισχύος του νέου Νόμου έχουν δηλωθεί ή καταχωρισθεί ως παράλληλη κατάθεση ή καταχώριση άλλου, πρότερου σήματος, ισχύουν και προστατεύονται σύμφωνα με το νόμο αυτόν. Το κύρος παράλληλης κατάθεσης ή παράλληλης καταχώρισης σήματος δεν θίγεται, εάν παύσει λόγω μη ανανέωσης να ισχύει το πρότερο σήμα, του οποίου αποτελεί παράλληλη κατάθεση ή παράλληλη καταχώριση, εκτός εάν το πρότερο σήμα διαγράφηκε τελεσίδικα για λόγους των άρθρων 123 και 124.

Τέλος,  από τον συνδυασμό των άρθρων 183 και 330 του νέου Νόμου προκύπτει ότι οι διατάξεις για την καταχώριση των εθνικών σημάτων, για  τα ένδικα βοηθήματα επ’ αυτών καθώς και για την διάρκεια προστασίας και ανανέωση αυτών[55], αρχίζει έξι μήνες μετά την ημερομηνία   δημοσίευσης του νέου Νόμου.

 

Χ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι ρυθμίσεις του νέου Νόμου κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση καθώς ενσωματώνουν πράγματι τις επιταγές της κοινοτικής Οδηγίας, ενώ δύνανται να συμβάλουν αποφασιστικά στον εκσυγχρονισμό του απαρχαιωμένου συστήματος καταχώρισης και ελέγχου των εθνικών σημάτων αλλά και στην αποτελεσματικότερη προστασία των δικαιούχων. Μένει να δούμε πώς θα εφαρμοστούν οι καινοτόμες δικονομικές διατάξεις από τα ελληνικά δικαστήρια, ώστε να μην καταλήξουμε σε μία εν τοις πράγμασι ακύρωση τους,  αλλά και να πραγματοποιηθεί άμεσα η αναβάθμιση των τεχνολογικών συστημάτων για να υποστηρίξουν στις λειτουργίες που προβλέπει ο νέος Νόμος.



[1] Εταίρος της Δικηγορικής Εταιρίας Βασιλογεώργης και Συνεργάτες

[2] Ν 4072/2012 «Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος ? Νέα εταιρική μορφή ? Σήματα ? Μεσίτες Ακινήτων ? Ρύθμιση θεμάτων ναυτιλίας, λιμένων και αλιείας και άλλες διατάξεις». (ΦΕΚ Α' 86/11.04.2012) -εφεξής νέος Νόμος.

[3] Ν. 2239/1994 «Περί Σημάτων» (ΦΕΚ Α΄152/16.9.1994).

[4] Οδηγία 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2004 σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας στον τομέα του δικαίου των σημάτων, ΕΕ L 156 της 30ης Απριλίου 2004.

[5] Μετά την κύρωση από την Ελλάδα του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης για τη διεθνή καταχώριση των σημάτων με το Ν. 2783/2000 «Κύρωση του Πρωτοκόλλου σχετικού με τη Συμφωνία που αφορά τη διεθνή καταχώρηση σημάτων» (ΦΕΚ Α’ 1/7/1/2000).

[6] Οι διατάξεις αυτές είχαν μεταφερθεί στο ελληνικό δίκαιο με την υπουργική απόφαση Κ4-307/2.1.2001 «για την εφαρμογή του Πρωτοκόλλου σχετικά με τη Συμφωνία της Μαδρίτης που αφορά τη διεθνή -καταχώριση σημάτων», ωστόσο με τον νέο Νόμο κρίθηκε σκόπιμο να ενσωματωθούν στο νέο νόμο και να τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας. Βλ σχετικώς Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου.

[7] Το προτεινόμενο σύστημα υιοθετεί το πρότυπο εξέτασης του κοινοτικού σήματος και αναμένεται να έχει θετικές συνέπειες στη διαδικασία εξέτασης και καταχώρισης του σήματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου ο χρόνος ολοκλήρωσης της διαδικασίας αναμένεται να μειωθεί στο 1/3 του απαιτούμενου σύμφωνα με το προισχύον νομικό πλαίσιο τόσο λόγω της ταχείας εξέτασης από μονομελές όργανο όσο και λόγω της μείωσης του φόρτου εργασίας της ΔΕΣ. Περαιτέρω συνέπεια της αναβάθμισης του ρόλου της ΔΕΣ και της επικέντρωσης του έργου της σε έλεγχο σημάτων που παρουσιάζουν αυξημένο βαθμό δυσκολίας προσδοκάται ότι θα είναι η ενίσχυση της αξιοπιστίας της και, κατ’ επέκταση, η μείωση του αριθμού προσφυγών ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων και η ελάφρυνση του φόρτου εργασίας των τελευταίων, βλ σχετικώς  Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου.

[8] Ο νέος Νόμος περιέχει αναφορικά με το δίκαιο των σημάτων  διατάξεις για τα συλλογικά σήματα, τα κοινοτικά και εθνικά σήματα καθώς και σήματα αλλοδαπών καταθετών και τα σήματα  ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, η ανάλυση των οποίων εκφεύγει των σκοπών του παρόντος.

[9] Άρθρο 121 η διάταξη, χωρίς να μεταβάλλεται το ουσιαστικό της περιεχόμενο, έχει λεκτικά βελτιωθεί και συντμηθεί

[10] Άρθρο 122

[11] Βλ και άρθρο 147 του νέου Νόμου αναφορικά με την καταχώρηση στο Μητρώο Σημάτων.

[12] Άρθρο 123

[13] Άρθρο 3 του Ν 2239/1994

[14] κατ’ αναλογία με τη διάταξη του άρθρου 7 του Κανονισμού 207/2009 ΕΚ του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2009  για το κοινοτικό σήμα, ΕΕ L 78 της 24ης Μαρτίου 2009.

[15] Βλ παρακάτω κεφάλαιο V.

[16] Άρθρο 124

[17] Παρόμοια διάταξη δεν απαντάται σε άλλες γνωστές νομοθεσίες ή σε κοινοτικά κείμενα (στοιχεία από την Εισηγητική Έκθεση του Νόμου)

[18] Σχετικά με τον κίνδυνο σύγχυσης πρέπει, επίσης, να επισημανθεί ότι σύμφωνα με την πάγια κοινοτική νομολογία, για να κριθεί, αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, λαμβάνεται υπόψη ο προσεκτικός και ενημερωμένος καταναλωτής (ΔΕΕ απόφαση της 20.3.2003, υπόθ. C-291/00). Η ελληνική νομολογία των πολιτικών ιδίως δικαστηρίων δεν έχει εναρμονιστεί στο σημείο αυτό προς την κοινοτική νομολογία, όπως θα έπρεπε, διότι αναφέρεται ακόμα στο μέσο, άπειρο, επιπόλαιο και μετρίων γνώσεων, παρατηρητικότητας και προσοχής καταναλωτή.

[19] Άρθρο  19

[20] Πράγματι, σύμφωνα και με τη νομολογία του ΔΕΚ (απόφαση της 10.4.2008, υπόθεση C-102/07), η από τρίτο χρήση ξένου σήματος είναι αθέμιτη, όταν ο τρίτος παρουσιάζει το προϊόν του ως απομίμηση ή αντίγραφο του προϊόντος που φέρει σήμα, του οποίου δεν είναι δικαιούχος. Να σημειωθεί ότι η προϋπόθεση της μη εν είδει σήματος χρήσης, η οποία μεταφέρθηκε από το προϊσχύσαν δίκαιο (άρθρο 18 α.ν. 1998/1939), δεν περιέχεται στο αντίστοιχο άρθρο 6 της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ. Βλ σχετικώς Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου.

[21] Άρθρο 128

[22] Υπό το καθεστώς του ν. 2239/1994 αυτό μπορούσε να γίνει μέχρι και της ενώπιον του διοικητικό εφετείο συζητήσεως.

[23] Άρθρο 130

[24] Άρθρα 131 επ.

[25] Άρθρο 131

[26] Άρθρο 132

[27] που προβλέπονταν στην παράγραφο 1 του άρθρου 16 του ν. 2239/94

[28] Άρθρο 132

[29] Σε ένα πλέον μόνο αντίγραφα. Άρθρο 135

[30] Άρθρο 134

[31] Καταργείται δηλαδή η υποχρεωτική κατάθεση από δικηγόρο.

[32] Άρθρο 136

[33] Άρθρο 138

[34] Χρονικός περιορισμός για τις ενέργειες του καταθέτη δεν τίθεται αλλά σημειώνεται ότι η ημερομηνία κατάθεσης δίδεται μόνο με την συμπλήρωση, κατά τα ανωτέρω, της αίτησης. Εφόσον οι ελλείψεις δεν συμπληρωθούν, η ακολουθητέα διαδικασία διαφοροποιείται ανάλογα με τα στοιχεία που ελλείπουν.

[35] Άρθρο 139

[36]Τόσο η απόφαση που κάνει δεκτή την αίτηση καταχώρισης όσο και η απορριπτική απόφαση δημοσιεύονται στο διαδικτυακό τόπο της ΓΓΕ.

[37] Η ανακοπή ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται ενώπιον της εκδούσας την απόφαση Υπηρεσίας σημάτων και εκδικάζεται από τη ΔΕΣ που λειτουργεί, σύμφωνα με το νέο νόμο, ως δευτεροβάθμιο όργανο εξέτασης. Το δικόγραφο πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία προσδιορισμού του σήματος κατά του οποίου στρέφεται, τους λόγους επί των οποίων στηρίζεται καθώς και τα προϊόντα ή υπηρεσίες κατά των οποίων στρέφεται η ανακοπή.

Η ανακοπή θεωρείται ασκηθείσα μόνο μετά την καταβολή του σχετικού τέλους.

[38] Άρθρο 140

[39] Άρθρο 142

[40] Αντίστοιχη συναντάται στο άρθρο 43 παρ.2 του Κανονισμού 40/94

[41] Στο άρθρο 145 ρυθμίζεται η σύνθεση της ΔΕΣ. Η ΔΕΣ αποτελείται από τρία μέλη, όπως ίσχυε και υπό το καθεστώς του ν. 2239/94, ωστόσο πλέον τουλάχιστον δύο από τα μέλη της οφείλουν να έχουν νομική κατάρτιση Προς διασφάλιση της αμερόληπτης κρίσης του οργάνου, προβλέπεται ρητά στο νόμο ότι τα μέλη του δεν επιτρέπεται να έχουν συμμετάσχει στη λήψη αποφάσεων της Υπηρεσίας Σημάτω

[42] Άρθρο 144

[43] Ο εν λόγω θεσμός δεν εφαρμόζεται στις προθεσμίες άσκησης τριτανακοπής, παρέμβασης στη ΔΕΣ και ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον διοικητικών δικαστηρίων καθώς και στην προθεσμία διεκδίκησης διεθνούς προτεραιότητας.

[44] Σε όλες τις ανωτέρω προθεσμίες δεν προσμετράται η εξάμηνη προθεσμία χάριτος.

[45] Βλ Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου Νόμου

[46] Άρθρο 150

[47] Προβλέπεται, μάλιστα, ότι ο δικαιούχος του σήματος μπορεί να ζητήσει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και κατά των ενδιαμέσων, οι υπηρεσίες των οποίων χρησιμοποιούνται από τρίτο για την προσβολή του σήματος.

[48] Άρθρο 155

[49] Άρθρο 154 παρ 4-7

[50] Άρθρο 159

[51] Η παραίτηση δηλώνεται εγγράφως στην Υπηρεσία Σημάτων από τον δικαιούχο του σήματος. Παράγει αποτελέσματα μόνο μετά την καταχώρισή της στα οικεία βιβλία. Αν έχουν παραχωρηθεί άδειες χρήσης, η υποβολή δήλωσης παραίτησης γίνεται δεκτή, μόνον αν ο δικαιούχος του σήματος αποδεικνύει ότι οι κάτοχοι αδειών χρήσης έχουν ενημερωθεί σχετικά με την πρόθεσή του να παραιτηθεί από τα δικαιώματά του στο σήμα.

[52] Άρθρο 160

[53] Άρθρο 161

[54] Ειδικά στην περίπτωση διαγραφής λόγω ακυρότητας, μπορεί να ζητηθεί αποζημίωση για τη χρήση του σήματος για τον πριν τη διαγραφή του χρόνο, εφόσον η διαγραφή έχει ζητηθεί λόγω κακόπιστης κατάθεσης

[55] Άρθρα 134-148